κιναιδολογία
κιναιδολογία, obscene talk
κῐναιδο-λογία, ἡ,
- obscene talk, An.Ox. 2.318.
κιναιδολογία, ἡ, das Sprechen von unzüchtigen Dingen, Choerobosc. in B.A. 1389.
κιναιδολογία, obscene talk