κορίσκομαι
κορίσκομαι, become saturated
κορίσκομαι,
- = κορέννυμαι, become saturated, c. gen., ὑγρασίης Hp. Gland. 6; κ. φλέγματος οἱ πνεύμονες ib. 14: abs., to be irked, Id. Art. 35.