κριβανίκιος Save LSJ Bailly 2024 κρῑβᾰν-ίκιος, ον, = κριβανίτης, Ath. 3.113b (κλ-). κριβανίκιος, réc. κλιβανίκιος, ος, ον [ῑᾰῐκ] c. le suiv. Ath. 113b.