κροκήϊος
κροκήϊος, of saffron
κροκ-ήϊος, η, ον,
- of saffron, ἄνθος h.Cer. 178.
κροκήϊος, α, ον, c. κρόκεος, Hh. Cer. 178.
κροκήϊος, p. für κροκεῖος, = κρόκεος ; ἄνθος H.h. Cer. 178.
κροκήϊος
κροκήιος, α, ον
Epic for κρόκεος, Hhymn.