κυλισμός
κυλισμός, rolling
κῠλ-ισμός, ὁ,
- rolling, 2 Ep.Pet. 2.22, Thd. Pr. 2.18; κ. τοῦ πνεύματος ἐν ταῖς ἀρτηρίαις Ruf. Syn.Puls. 8.11: pl., Hippiatr. 75.
κυλισμός, οῦ (ὁ) [ῠ] c. κύλισις, Théodot. Prov. 2, 18 ; Hippiatr. p. 204, 4.
κυλισμός, ὁ, das Wälzen, Sp.
Strong
**†
= cl. κύλισις, a rolling, wallowing: II Pe 2:22 (cf. κύλισμα).†