Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυνόσπαστος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κύνοπλον
κυνοπόδιον
Κυνοπολίτης
κυνοπόταμος
κυνόπους
κυνόπρασον
κυνόπρηστις
κυνοπρόσωπος
κυνόπτικον
κυνοραιστής
κυνόροδον
κυνορραιστής
κυνορράφιον
κυνορτικός
κυνορχίας
κυνός
Κῦνος
Κυνὸς κεφαλαί
Κυνὸς σῆμα
Κυνόσαργες
κυνόσβατον
κυνόσβατος
κυνόσουρα
κυνοσουρά
Κυνόσουρα
κυνόσουρα ᾠά
κυνοσουρίς
κυνόσουρος
κυνοσπάρακτος
κυνοσπάς
κυνόσπαστος
κυνοσσόος
κυνόστομον
κυνοσφαγής
κυνόσφη
κυνοτροφική
κυνοτρόφος
κυνουλκός
κυνοῦλκος
κυνοῦπες
κύνουρα
κυνοῦραι
Κυνουρία
Κυνούριος
κυνούχιον
κυνοῦχος
κυνοφαγέω
κυνοφάλιον
Κυνόφαλοι
κυνοφθαλμίζομαι
κυνοφόντις
κυνόφρων
κυνοχάλη
κυνοχάλκη
κύντατος
κυντατώτατος
κύντερος
κυντερώτερος
Κυντίλιος
Κύντος
κυντότατος
…
κυνόσπαστος
Save
LSJ
κῠνό-σπαστος, ὁ,
= ἀγλαοφῶτις,
Ael.
NA
14.24, 27.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}