Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λίνινος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιναγρετέομαι
λιναγρέτης
λιναῖος
λίναμαι
λινάριον
λινάρμενον
λιναυτιά
λινάω
λίνδεσθαι
Λίνδιοι
Λίνδιος
Λίνδοθεν
λίνδομαι
λίνδος
Λίνδος
λινέα
λίνειος
λινέλαιον
λινέμπορος
λίνεος
λινεργέω
λινεργής
λινεργός
λινεύς
λινεύω
λινέψιον
λινεψός
λινηφικός
λινίδιον
λινικός
λίνινος
λινίς
λινίσκος
λινογενής
λινόδεσμος
λινόδετος
λινόδρυς
λινοειδής
λινοεργής
λινοερκής
λινόζευκτος
λινόζωστις
λινόζωστος
λινοθήρας
λινοθώραξ
λινοθώρηξ
λινοκαλάμη
λινοκαλαμίς
λινοκάλαμον
λινοκάρυκες
λινοκᾶρυξ
λινοκάρυξ
λινόκλως
λινόκλωστος
λινοκριθή
λινόκροκος
λινόμιτος
λίνον
λινόπεπλος
λινόπλεκτος
λινόπληγος
…
λίνινος
Save
LSJ
λίν-ινος, η, ον,
= λίνεος,
Schwyzer
462
B
39, al. (Tanagra, iii B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}