λαγοκύμινον
λαγοκύμινον, a kind of cummin
λᾰγο-κύμῑνον [ῠ], τό,
- a kind of cummin, = λαγώπους 2, v.l. in Ps.-Dsc. 4.17.
λαγοκύμινον -ου, τό [λαγώς, κύμινον] bot. “hareʼs” cumin Diosc.2 4.17a (v.l.), see λαγώπους.
λαγοκύμινον, [ῑ], τό, Hasenkümmel, eine Pflanze, Diosc.