About Report a problem

Menu

λαιά

λαιά, ἡ, = λέα, καθάπερ τὰς λαιὰς προσάπτουσιν αἱ ὑφαίνουσαι τοῖς ἱστοῖς Arist. gen.an. 1.4, vgl. 5.7.

Saved

Recent