λαμπαδοδρομικός
λαμπαδοδρομικός, of or for the torch-race
λαμπᾰδο-δρομικός, ή, όν,
- of or for the torch-race, λ. ἀγών, = λαμπαδηφορία, Sch. Pi. O. 13.56.
λαμπᾰδοδρομικός -όν [λαμπαδοδρομέω] pertaining to the torch race: ἀγών competition Sch. Pind. O. 13.56.
λαμπαδοδρομικός, ἀγών, Wettlauf mit Fackeln, Schol. Pind. Ol. 13.56.