λαμπηνικός
λαμπηνικός, ike a λαμπήνη
λαμπην-ικός, ή, όν,
- like a λαμπήνη, ἅμαξαι LXX Nu. 7.3.
λαμπηνικός -ή -όν [λαμπήνη ] like a covered wagon: ἅμαξαι λ. simpl. covered wagons VT Num. 7.3.
λαμπηνικός, ή, όν, qui ressemble à un grand char couvert, Spt. Num. 7, 3.
Étym. λαμπήνη.
λαμπηνικός, der λαμπήνη ähnlich, ἅμαξα, LXX.