λασιότριχος
λᾰσῐό-τρῐχος, ον,
- = λασιόθριξ, Opp. C. 1.474.
λᾰσῐότρῐχος -ον Opp.1 1.474, see λασιόθριξ.
λασιό·τριχος, ος, ον [ᾰῐχ] c. λασιόθριξ, Opp. C. 1, 474.
λασιότριχος, = λασιόθριξ, Opp. Cyn. 1.474.