λεπτίτιδες
λεπτίτιδες, fine barley
λεπτ-ίτιδες [ῑτ] κριθαί,
- a kind of fine barley, Gp. 3.3.12.
λεπτίτιδες κριθαί, αἱ [λεπτός ] very fine variety of barley Geop. 3.3.12.
λεπτίτιδες, fine barley