λεπτουργής
λεπτουργής, finely worked
λεπτουργ-ής, ές,
- finely worked, ἔσθος h.Hom. 31.14: cut up small, ῥίζαι Nic. Fr. 70.10.
λεπτουργής -ές [λεπτουργός ] finely worked Hom. 31.14 ‖ cut into small pieces Nic. fr. 70.10.
λεπτουργής, ής, ές, finement travaillé, Hh. 31, 14 ; Nic. (Ath. 133d).
Étym. λεπτός, ἔργον.
λεπτουργής, ές, fein gearbeitet ; ἔσθος, H.h. 31.14 ; ῥίζαι, klein geschnitten, Nic. bei Ath. IV.133d.
λεπτουργής
λεπτ-ουργής, ές
*ἔργω
- finely worked, Hhymn.