λευκοόπωρος
λευκοόπωρος, with white fruit
λευκο-όπωρος, ον, (ὀπώρα)
- with white fruit, AP 9.563 (Leon.).
λευκοόπωρος -ον [λευκός , ὀπώρα ] white-fruited Leon. (AP 9.563.3).
λευκο·όπωρος, ος, ον, à fruits blancs, en parl. d’une sorte de figuier, Anth. 9, 563.
Étym. λ. ὀπώρα.
λευκοόπωρος, mit weißen Früchten, von einer besondern Feigenart, vgl. (λευκερινεός) Leon.Tar. 45 (IX.563).
λευκοόπωρος
λευκο-όπωρος, ον
ὀπώρα
- with white fruit, Anth.