λευκόχλωρος
λευκόχλωρος, pale-green
λευκό-χλωρος, ον,
- pale-green, Aret. SD 1.8, 15.
λευκόχλωρος -ον [λευκός , χλωρός ] pale green Aret. S.D. 1.8.3.
λευκό·χλωρος, ος, ον, blanc et vert, Arét. p. 45, 44 ; 46, 19.
Étym. λ. χλωρός.
λευκόχλωρος, weiß und grünlich, Aret.