About Report a problem

Menu

λεύκοκρας

λεύκο-κρας· λευκοκέφαλος, Hsch.: pl. -κρατες (-κέρατες cod.)· ἢ διὰ τὸ τοὺς ἐν Εὐβοίᾳ βοῦς λευκοὺς εἶναι, ἢ ἴσως ἀντὶ τοῦ λαμπρούς, Id.

Saved

Recent