λιθαργύρεος
λῐθαργύρ-εος [ῠ], α, ον, = sq., Stesich. 30.
λῐθαργύρεος -εα -εον, contr. λιθαργύρους -α -ουν Stesich. 11, see λιθαργύρινος.
λιθ·αργύρεος, α, ον [ῐῠ] c. le suiv. Stésich. (Ath. 451d).
λιθαργύρεος, α, ον, = λιθαργύρινος, Stesichor. bei Ath. X.451d.