λικμήτωρ
λικμ-ήτωρ, ορος, ὁ,
- = λικμητήρ, metaph., λ. ἀσεβῶν LXX Pr. 20.20(26).
λικμήτωρ -ορος, ὁ VT Prov. 20.26 etc., see λικμητήρ.
λικμήτωρ, ορος (ὁ) c. λικμητής, Chrys. 7, 499.
λικμήτωρ, ορος, ὁ, = λικμητήρ, Sp.