Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιμά
Abbott-Smith NT
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λικνίτης
λικνῖτις
λικνοειδής
λίκνον
λῖκνον
λικνοστεφεῖ
λικνοστεφέω
λικνοφορέω
λικνοφόρος
λικνόω
λικουάμεν
λικριφίς
λικροί
λίκτης
λίκτωρ
Λίκυμνα
Λικύμνειος
Λικύμνιος
Λίλαια
Λιλαίηθεν
λιλαίομαι
Λίλαιον
Λίλαιος
Λίλαντος
λιλεῖ
λιλουργετόν
Λιλυβαιῗτις
Λιλυβαιῖτις
Λιλύβαιον
Λιλυβηΐς
λιμά
λιμαγχέω
λιμαγχία
λιμαγχικός
λιμαγχονέω
λιμαγχόνη
λιμαγχόνησις
λιμαγχονία
λιμαγχονικός
λιμαίνω
λιμακώδης
λιμαλέος
λιμβάζομαι
λιμβεία
λιμβεύομαι
λιμβεύω
λιμβίζομαι
λίμβος
λιμβός
λιμβρός
λιμενάριον
λιμεναρχέω
λιμενάρχης
λιμεναρχία
Λιμέναρχος
Λιμενήϊον
Λιμενήιον
λιμενήοχος
λιμενηόχος
λιμενηρός
λιμενῆτις
…
λιμά
Save
Abbott-Smith NT
λιμά
, T
7
, for λαμά, q.v.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}