λιμνήστιον Save LSJ Brill-Montanari λιμν-ήστιον, τό, = foreg. [λιμνήστινον], Rh.Mus. 58.104 (λημνίστιον ib. 101). λιμνήστιον -ου, τό [λίμνη] bot. An. Par. 21.3.4, see ἀδάρκη.