λιποψυχώδης
λιποψυχώδης, like λιποψυχία, faint
λῐποψῡχ-ώδης, ες,
- like λιποψυχία, faint, Hp. Acut. 42.
λῐποψῡχώδης -ες [λιποψυχία] similar to fainting Hp. Acut. 42.
λιποψυχώδης, like λιποψυχία, faint