Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λοξοβάμοισι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοίτη
λόκαλος
λόκη
λόκκη
λοκός
Λοκρικός
Λοκρῖνος
Λοκρίς
Λόκρισσα
Λοκριστί
Λοκροί
Λοκρός
λολλα
Λολλιανός
Λόλλιος
λολλοῦν
λολλώ
λόμβαι
λομβός
λομβρός
λομβρότερον
λόνδις
λόξευμα
λοξεύω
Λοξίας
λοξιάς
λοξίας
Λοξικός
λοξικός
λοξίν
λοξοβάμοισι
λοξόβαμος
λοξοβάμων
λοξοβάτης
λοξοβλεπτέω
λοξοδρόμος
λοξόδρομος
λοξοειδής
λοξοειδῶς
λοξοεργέω
λοξοκέλευθος
λοξοκίνητος
λοξοπεριπάτητος
λοξοπορέω
λοξόπορος
λοξός
λοξοτενής
λοξότης
λοξοτρόχις
λοξότροχις
λοξόφθαλμος
λοξοχρήσμων
λοξόω
Λοξώ
λοξώδης
λοξῶς
λόξωσις
λοπαδάγχης
λοπαδαρπαγίδης
Λοπαδέκθαμβος
λοπαδεύω
…
λοξοβάμοισι
Save
LSJ
λοξο-βάμοισι (leg. -
βάμοσι,
from -
βάμων
)
· πλαγίως περιπατοῦσιν,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}