Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λυροπηγός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λυρίζω
λυρικός
λύριον
λυρίς
λύρισμα
λυρισμός
λυριστής
λυρίτης
Λύρκ(ε)ιος
Λύρκεια
Λύρκειον
Λυρκήϊος
Λυρναῖος
Λυρνησός
Λυρνησσίς
Λυρνησσός
λυρογηθής
λυρόδμητος
λυρόεις
λυροεργός
λυροθελγής
λυρόθεν
λυρόκτιτος
λυροκτυπέω
λυροκτύπης
λυροκτυπία
λυροκτυπίη
λυροκτύπος
λυρόκτυπος
λύρον
λυροπηγός
λυροποιέω
λυροποιητικός
λυροποιΐα
λυροποιϊκή
λυροποιικός
λυροποιϊκός
λυροποιός
λυροπώλης
λυρουργός
λυροφοινίκιον
λυροφοῖνιξ
λυρτός
λύρτος
λυρῳδέω
λυρώδης
λυρῳδία
λυρῳδός
Λύρων
λυρωνία
Λυσαγόρας
Λυσάνδρα
Λυσάνδρια
Λυσανδρίδας
Λύσανδρος
λυσανίας
Λυσανίας
Λυσανορίδας
Λυσαρέτη
Λύσειος
λυσέρως
…
λυροπηγός
Save
Pape
λυροπηγός
, ὁ,
eine Lyra zusammenfügend
, = λυροποιός,
Schol. Ar. Av
. 491.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}