λωΐτερος
λωΐτερος -α -ον Od. 1.376, 2.141 Ap. 3.187, al., see λωΐων.
λωΐτερος, s. λωΐων.
λωΐτερος
[cf. λωΐων.]
Better, more profitable or advisable : τόδε λωΐτερον ἔμμεναι Od. 1.376=Od. 2.141.