About
Menu

λῆσις

λῆσις, = λῆστις

λῆσις (A), εως, ἡ, (λήθω)
  • = λῆστις, Hsch. s.v. ληθεδών (λύσις cod.); f.l. for λῆστις in Critias 6.12 D.
λῆσις (B), εως, ἡ, (λῶ)
  • = βούλησις, αἵρεσις, Hsch.

Saved

Recent