Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μίξιμος
μίξιμος, alloyed
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μινυώριος
μινύωρος
μίνω
Μινῴα
Μίνῳα
Μινώη
Μινώϊος
Μινωΐς
Μινῷος
Μίνως
Μινώταυρος
μίξ
μιξ-
μῖξαι
μιξαίθρια
μιξαιθρία
μιξαίθριον
μιξάνθρωπος
μιξαρχαγέτας
Μιξαρχαγέτας
μιξαρχηγέτης
μιξέλλην
μιξέλληνες
μιξεριφαρνογενής
μίξεσθαι
Μιξιάδης
μιξίαμβος
μιξίας
Μιξιδημίδης
Μιξίδημος
μίξιμος
μίξις
μῖξις
μιξο
μιξοβάρβαρος
μιξοβόας
μιξογενής
μιξοδία
μίξοδος
μιξοθάλασσος
μιξόθηλυς
μιξόθηρ
μιξόθηρος
μιξόθριξ
μιξόθροος
μιξοιφία
μιξόλευκος
μιξολύδιος
μιξολυδιστί
μίξομαι
μιξόμβροτος
μιξονόμος
μιξοπάρθενος
μιξοπόλιος
μιξοπολίτης
μιξόπυος
μιξοφρύγιος
μίξοφρυς
μιξοφυής
μιξόχλωρος
μίξω
…
μίξιμος
Save
μίξιμος, alloyed
LSJ
μίξ-ιμος, ον,
alloyed,
Suid.
s.v. ὑπόχαλκον.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}