Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μίσθον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μισητίζω
μισητικός
μισητικῶς
μισητός
μίσητος
μίσητρον
μισθαποδοσία
μισθαποδοτέω
μισθαποδότης
μισθαποχή
μισθάριον
μισθαρνευτικός
μισθαρνεύω
μισθαρνέω
μισθάρνης
μισθαρνητικός
μισθαρνία
μισθαρνικός
μισθάρνισσα
μίσθαρνος
μισθαρχίδης
μίσθιος
μισθοδοσία
μισθοδοτέω
μισθοδότης
μισθοδουλία
μισθόδουλος
μισθόδωρος
μισθοκαρπία
μισθομολογία
μίσθον
μισθοπιπράσκω
μισθοποιέομαι
μισθοπρασία
μισθός
μισθουργός
μισθοφορά
μισθοφορέω
μισθοφορητέον
μισθοφορητέος
μισθοφορία
μισθοφορικός
μισθοφόρος
μισθόω
μίσθωμα
μισθωμάτιον
μισθωσιμαῖος
μισθώσιμος
μίσθωσις
μισθωτεύω
μισθωτήριον
μισθωτής
μισθωτική
μισθωτικός
μισθωτός
μισθώτρια
μίσιππος
Μῖσις
μίσκαιος
μίσκος
μισοβάρβαρος
…
μίσθον
Save
Bailly 2024
μίσθον,
ου
(
τὸ
)
sorte de vase à col étroit,
Ar.
Vesp.
525
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}