μακροπώγων
μακροπώγων, long-bearded
μακρο-πώγων, ωνος, ὁ, ἡ,
- long-bearded, name of a tribe, Str. 11.2.1.
μακρο·πώγων, ωνος, adj. m. à la longue barbe, Str. 492.
μακροπώγων, ωνος, langbärtig, Poll. 4.143.
μακροπώγων
μακρο-πώγων, ωνος, ὁ, ἡ,
- long-bearded, Strab.