μελαντειχής
μελαντειχής, black-walled
μελαν-τειχής, ές,
- black-walled, δόμος Φερσεφόνας Pi. O. 14.20.
μελαν·τειχής, ής, ές, aux murs noirs, Pd. O. 14, 28.
Étym. μ. τεῖχος.
μελαντειχής, δόμος, Περσεφόνης, mit schwarzen Mauern, Pind. Ol. 14.20.
μελαντειχής
- 1with black walls μελαντειχέα νῦν δόμον Φερσεφόνας ἔλθʼ, Ἀχοῖ (μειλαντειχέα Maas) O. 14.20
μελαντειχής
μελαν-τειχής, ές
τεῖχος
- black-walled, Pind.