μελισσοβότανον
μελισσοβότανον, balm, Melissa officinalis
μελισσο-βότᾰνον, τό,
- balm, Melissa officinalis, Sch. Theoc. 4.25.
μελισσοβότανον, τό, Bienenkraut, Melisse, Schol. Theocr. 4.25, heißt auch μελισσόφυλλον, auch μελίταινα.