μεσάστυλον Save Bailly 2024 Pape μεσά·στυλον, ου (τὸ) c. μεσοστύλιον. μεσάστυλον, τό, = μεσόστυλον, Erkl. von μεσόδμαι, Schol. Od. 19.36. Auch μεσαστύλιον, vgl. Lobeck zu Phryn. 195.