μεσούριον
μεσούριον, boundary
μεσούριον, τό, Ion. for *μεσόριον,
- boundary, D.P. 17.
μεσούριον, ου (τὸ) ion. c. μεσόριον, DP. 17.
μεσούριον, τό, ion. = μεσόριον, Dion.Per. 17.
μεσούριον, boundary