μετάπλασις Save LSJ Bailly 2024 Pape μετά-πλᾰσις, εως, ἡ, = sq., Eust. 58.35. μετάπλασις, εως (ἡ) [ᾰσ] c. le suiv. Eust. Il. p. 58, 35. μετάπλασις, ἡ, die Umbildung, Sp.