Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεταπτώτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεταποιέω
μεταποιή
μεταποίησις
μεταποιητέον
μεταποιητικός
μεταποίνιος
μεταποιπνύω
μεταπομπή
Μεταποντῖνοι
Μεταπόντιοι
Μεταπόντιον
μεταπόντιος
Μεταπόντιος
μεταπορεύδην
μεταπορεύομαι
μεταπορθμεύω
μεταποροποιέω
μεταποροποίησις
μεταποροποιΐα
μεταποτέον
μεταποτέος
μετάπρασις
μεταπράτης
μεταπρεπής
μεταπρέπω
μεταπτάμενος
μεταπτοιέω
μετάπτωσις
μεταπτωτικός
μετάπτωτος
μεταπτώτως
μεταπύργιον
μεταπυργίς
μεταπωλέω
μεταρδεύω
μεταρίθμιος
μεταρράπτω
μεταρρευματίζω
μεταρρευματισμός
μετάρρευσις
μεταρρέω
μεταρριζόω
μεταρριπίζω
μεταρριπτέω
μεταρρίπτω
μεταρροή
μετάρροια
μεταρρυθμέω
μεταρρύθμησις
μεταρρυθμίζω
μεταρρύθμισις
μεταρρυθμιστέον
μεταρρυθμόω
μεταρρυΐσκομαι
μετάρρυσις
μεταρσία
μεταρσιολεσχέω
μεταρσιολέσχης
μεταρσιολεσχία
μεταρσιολογία
μεταρσιολογικός
…
μεταπτώτως
Save
Bailly 2024
μεταπτώτως,
adv.
avec inconstance,
Arr.
Epict.
2, 22, 8
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}