μηλινόεις Save LSJ Bailly 2024 Pape μηλῐνό-εις, εσσα, εν, = foreg., Nic. Th. 173. μηλινόεις, όεσσα, όεν [ῐ] c. le préc. Nic. Th. 173. Étym. μήλινος. μηλινόεις, εσσα, εν, = μηλινοειδής, χροιή, Nic. Ther. 173.