μηλοκυδώνιον
μηλοκυδώνιον, quince
μηλο-κῠδώνιον, τό,
- quince, Aët. 16.65.
μηλο·κυδώνιον, ου (τὸ) [ῠ] coing, Diosc. Par. 2, 12.
μηλοκυδώνιον, τό, = μῆλον κυδώνιον, Diosc.
μηλοκυδώνιον, quince