μνηστηριώδης Save Bailly 2024 Pape μνηστηριώδης, ης, ες, c. le préc. Clém. 196. Étym. μνηστήριος, -ωδης. μνηστηριώδης, ες, freier-, buhlermäßig, Clem.Alex. paed. 2 p. 196.