μοιράδιος Save LSJ Bailly 2024 Pape μοιρ-άδιος, = μοιρίδιος (q. v.). μοιράδιος, α, ον [ᾰ] c. μοιρίδιος, Soph. O.C. 229. Étym. μοῖρα. μοιράδιος, v.l. für μοιρίδιος bei Soph. O.C.