Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μολιβόομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μολγός
μολεῖν
μολεύω
μολέω
μόλησις
μόλθακος
μολιβαχθής
μολιβδ
μολίβδαινα
μολιβδαῖος
μολιβδαχθής
μολίβδεος
μολιβδεργός
μολιβδικός
μολίβδινος
μολίβδιον
μολιβδίς
μολιβδοειδής
μόλιβδος
μολιβδουργός
μολιβδοχοέω
μολιβδόχρους
μολιβδόχρως
μολιβδόω
μολιβδώδης
μολίβεος
μολιβίδιον
μολίβινος
μολίβιον
μολιβοειδής
μολιβόομαι
μόλιβος
μολιβοσφιγγής
μολιβουργός
μολιβοῦς
μολιβόω
Μολίονε
Μολίονες
Μολιόνη
Μολιονίδαι
μόλις
μολίσκω
Μολίων
μολόβριον
μολοβρίς
μολοβρίτης
μολοβρίτης ὗς
μολοβρός
Μόλοβρος
Μολόεις
μολόθουρος
Μόλορκος
Μόλος
Μολοσσία
μολοσσίαμβος
Μολοσσικός
Μολοσσίς
μολοσσοπύρριχος
Μολοσσός
μολοσσοσπόνδειος
μολοῦμαι
…
μολιβόομαι
Save
LSJ
μολῐβ-όομαι,
= μολυβδόομαι, pf. inf. Pass.
μεμολιβῶσθαι
Aristeas
90.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}