Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονογενῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μονίμη
μόνιμος
μονιμότης
μονίμως
μονιός
μόνιππος
μόννος
μονο
μονοβαίας
μονοβάλανος
μονοβάμων
μόνοβας
μονόβας
μονόβαφος
μονοβίβλιον
μονόβιβλον
μονόβιβλος
μονόβιος
μονοβολέω
μονόβολον
μονόβολος
μονογαμέω
μονογαμία
μονογάμιον
μονογαμίου ἐπιτίμιον
μονογάμματος
μονόγαμος
μονογενέα
μονογένεια
μονογενής
μονογενῶς
μονογέρων
μονόγληνος
μονογλωσσέω
μονόγλωσσος
μονόγλωττος
Μονογνάθειος
μονογνωμέω
μονογνωμικός
μονογνωμονέω
μονογνωμονικός
μονογνωμοσύνη
μονογνώμων
μονογόνατος
μονόγονος
μονογράμματος
μονόγραμμος
μονογράφος
μονόγυιος
μονοδάκτυλος
μονοδαμιουργοί
μονοδέρκτας
μονοδέρκτης
μονόδερμος
μονοδέσμη
μονοδεσμία
μονοδιαιτησία
μονοδοξέω
μονόδουπος
μονόδους
μονοδραστικός
…
μονογενῶς
Save
Bailly 2024
μονογενῶς,
adv.
d’une seule espèce,
M. rubr.
p. 11
.
Étym.
μονογενής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}