μονοκρήπις
μονοκρήπις, with but one sandal
μονο-κρήπῑς, ῑδος, ὁ, ἡ,
- with but one sandal, Pi. P. 4.75, APl. 16.127, Lyc. 1310.
μονοκρήπις, ιδος (ὁ, ἡ) [ῑ] qui n’a qu’une chaussure, Pd. P. 4, 75 ; Lyc. 1310 ; A. Pl. 127, 1.
Étym. μ. κρηπίς.
μονοκρήπις, ῑδος, ὁ, mit einem Schuhe ; Pind. P. 4.75, vgl. μονοσάνδαλος. Auch Λυκοῦργος, Ep.adesp. 297 (Plan. 127), wo Jacobs zu vergleichen.
μονοκρήπις
- 1with one sandal τὸν μονοκρήπιδα πάντως ἐν φυλακᾷ σχεθέμεν μεγάλᾳ (sc. Ἰάσονα: cf. v. 95, ἀρίγνωτον πέδιλον δεξιτερῷ μόνον ἀμφὶ ποδί) P. 4.75
μονοκρήπις
μονο-κρήπῑς, ῑδος, ὁ, ἡ,
- with but one sandal, Pind.