Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μοριότμητος
μοριότμητος, castrated
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μοράζομαι
μοράζω
Μοργαντίνη
μοργᾶται
μοργεύω
μοργή
Μόργης
μοργία
μόργιον
μοργίον
μόργνυμι
μόργος
μόρε
μορέα
μορέω
μορία
μόρια
μοριασμός
μοριαστικά
μορίδες
μορίδιος
μορίες
μορίη
Μορίη
μόριμος
μόρινος
μόριον
Μόριος
μόριος
μόριος Ζεύς
μοριότμητος
μορίς
μοριφόν
Μόριχος
Μορμίας
μορμολυκεία
μορμολυκεῖον
μορμολύκειον
μορμολύκη
μορμολύκιον
μορμολυκτόω
μορμολύττομαι
μορμολύττω
μόρμορος
μορμορύζω
μορμορυξία
μορμόρυξις
μορμορωπός
μορμόφοβος
μόρμυλος
μορμύλος
μορμύνω
μορμυρίζω
μορμυρίων
μορμύρος
μορμύρω
μορμυρωπός
μορμύσσομαι
Μορμώ
μορμώ
μορμών
…
μοριότμητος
Save
μοριότμητος, castrated
LSJ
μοριότμητος, ον,
castrated,
Anon.post Max. p.98 L.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}