μυιοσόβος
μυιοσόβος, flapping away flies
μυιο-σόβος, ον,
- flapping away flies, AP 9.764 (Paul.Sil.).
μυιο·σόβος, ου (ὁ) celui qui chasse les mouches, Anth. 9, 764.
Étym. μ. σοβέω.
μυιοσόβος
μυιο-σόβος, ον
σοβέω
- flapping away flies, Anth.