μυοσόβη
μῠο-σόβη, ἡ,
- = μυιοσόβη (q. v.), IG ΙΙ(2).287 B 71 (Delos, iii B. C.), Inscr.Délos 442B 33 (ibid., ii B. C.).
μυοσόβη, ἡ, f. L. statt μυιοσόβη.