μυρτόχειλα
μυρτό-χειλα, τά,
- labia majora pudendorum, Ruf. Onom. 112:—also μυρτο-χειλίδες, αἱ, Poll. 2.174.
μυρτό·χειλα, ων (τὰ) lèvres du μύρτον 2, Ruf. (Orib. 3, 391 B.-Dar.).
Étym. μύρτον, χεῖλος.
μυρτόχειλα, τά, = μυρτοχειλίδες, sp. Medic.