Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μωρῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μώριος
μωρίων
μωροβλάπτης
μωρόθεοι
μωρόθεος
μωροκακοήθης
μωρόκακος
μωρόκαλος
μωροκλέπτης
μωρολογέω
μωρολόγημα
μωρολογία
μωρολόγος
μῶρον
μωρονήπιος
μωρονοέω
μωρόομαι
μωροποιέομαι
μωροποιέω
μωροποιός
μωροπόνηρος
μωρός
μῶρος
μωρόσοφος
μωρόσυκον
μωρότης
μωροφιλόσοφος
μωρόφρων
μωρόω
μώρτα
μωρῶς
μώρωσις
Μῶσα
μῶσα
Μωσῆς
μῶσθαι
μῶσις
μώστιον
μωτάπει
Μωυσῆς
Μῶφι
μώψ
μ’
ν
Ν
νʹ
Ναάμις
ναάμις
νᾶας
Ναασσών
νάβα
ναβαισατρεῦ
Νάβαλος
Ναβαταῖοι
Ναβιανοί
Νάβις
νάβλα
νάβλας
ναβλᾶς
ναβλίζω
ναβλιστής
…
μωρῶς
Save
Bailly 2024
μωρῶς,
adv.
follement, sottement,
Xén.
An.
7, 6, 21
.
Étym.
μωρός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}