Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μύκωμα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μύκηρος
μύκης
μύκησις
μυκητής
μυκητίας
μυκητίας σεισμός
μυκητικός
μυκήτινος
μυκήτωρ
μύκλα
μυκληρόν
μύκλος
Μύκοι
μύκομαι
μύκον
Μυκόνιος
Μύκονος
μυκόομαι
μῦκος
μυκός
μυκτήρ
μυκτηριάζω
μυκτηρίζω
μυκτήρισμα
μυκτηρισμός
μυκτηριστής
μυκτηριστικός
μυκτηρόθεν
μυκτηρόκομπον
μυκτηρόκομπος
μύκωμα
μύκων
μυκών
μυλαβρίς
μυλαγρίς
Μυλαί
μυλαικά
μυλαϊκός
μυλαῖος
Μυλαῖος
Μύλακες
μυλακρίς
μυλακρὶς
μύλακροι
μύλακρος
μυλαλγία
μύλαξ
μυλάριον
Μυλάσα
Μύλασα
μυλάσασθαι
Μυλασεύς
Μυλάων
μυλεργάτης
μυλεύς
μύλη
μυληβόρος
μυληθρίς
μυλήκορον
Μυλητίδαι
μυλητική
…
μύκωμα
Save
LSJ
μύκωμα [
ῡ
], ατος, τό,
= μύκημα,
PMag.Par.
1.657.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}