νεικείω
νεικ-είω,
- = νεικέω (q.v.).
νεικείω, v. νεικέω.
νεικείω, poet. = νεικέω. Davon hat Hom. νεικείω, Il. 4.359, νεικείῃσι, 1.579, νεικείῃ, Od. 17.189, νείκειον, 22.26, νεικείεσκε, Il. 2.221, 4.241, 19.86, νεικείειν u. νεικείων.