Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νοσηματωδῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νοόω
νορβά
Νορβανός
νορθακινοί
νορύη
νοσάζω
νοσακερός
νοσαλέος
νόσανσις
νοσαχθής
νοσερός
νοσερότης
νοσερῶς
νόσευμα
νοσεύομαι
νοσεύω
νοσέω
νοσηλεία
νοσήλεια
νοσηλεύω
νοσήλια
νοσηλία
νοσήλιος
νοσηλός
νοσηλῶς
νόσημα
νοσηματικός
νοσηματικῶς
νοσημάτιον
νοσηματώδης
νοσηματωδῶς
νοσήμη
νοσηρός
νοσητήριος
νοσηφόρος
νοσίζω
Νόσιος
νοσοβαρής
νοσογνωμονική
νοσογνωμονικός
νοσογνώμων
νοσοεργός
νοσόθυμος
νοσοκομεῖον
νοσοκομέω
νοσοκόμησις
νοσοκομία
νοσοκόμος
νοσολογέω
νοσολύτης
νοσομελής
νοσοποιέω
νοσοποιός
νόσος
νοσοτροφία
νοσοτυφέω
νοσοφόρος
νοσσ
νοσσάκιον
νόσσαξ
νοσσάριον
…
νοσηματωδῶς
Save
Bailly 2024
νοσηματωδῶς
[
ᾰ
]
adv.
dans un état maladif,
Arstt.
Nic.
7, 5, 4
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}